Μετάφραση του "abwerfen" σε Ελληνικά
Οι απορρίπτω, απαλλάσσομαι, αποβάλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abwerfen" σε Ελληνικά.
abwerfen
verb
γραμματική
abwerfen (umgangssprachlich) [..]
-
απορρίπτω
verbIhr Ehemann habe eine Anstellung gefunden und sich verpflichtet, seine Frau nach Kräften zu unterstützen, bis ihre Erwerbstätigkeit einen hinreichenden Gewinn abwerfe.
Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η τελωνειακή αρχή απόφασης απορρίπτει την αίτηση.»
-
απαλλάσσομαι
verb -
αποβάλλω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αποφέρω
- εξακοντίζω
- ρίχνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abwerfen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Abwerfen
Noun
γραμματική
-
αποβολή
noun
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη