Μετάφραση του "abwerfen" σε Ελληνικά

Οι απορρίπτω, απαλλάσσομαι, αποβάλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abwerfen" σε Ελληνικά.

abwerfen verb γραμματική

abwerfen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απορρίπτω

    verb

    Ihr Ehemann habe eine Anstellung gefunden und sich verpflichtet, seine Frau nach Kräften zu unterstützen, bis ihre Erwerbstätigkeit einen hinreichenden Gewinn abwerfe.

    Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η τελωνειακή αρχή απόφασης απορρίπτει την αίτηση.»

  • απαλλάσσομαι

    verb
  • αποβάλλω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποφέρω
    • εξακοντίζω
    • ρίχνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abwerfen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Abwerfen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποβολή

    noun
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abwerfen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη