Μετάφραση του "achtsam" σε Ελληνικά
Οι προσεκτικός, επιφυλακτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "achtsam" σε Ελληνικά.
achtsam
Adjective
γραμματική
sachtemang (Berlinerisch) (umgangssprachlich)
-
προσεκτικός
adjective masculineMan kann aber auch jemanden unabsichtlich beleidigen, wenn man nicht achtsam ist.
Υπάρχουν επίσης τρόποι με τους οποίους μπορείτε άθελα να υβρίσετε κάποιον αν δεν είσθε προσεκτικός.
-
επιφυλακτικός
Der Eckplatz sagt, dass Sie achtsam sind.
Η γωνία που κάθεσαι λέει πως είσαι επιφυλακτικός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " achtsam " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη