Μετάφραση του "akkumulation" σε Ελληνικά
Οι συγκέντρωση, συσσώρευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "akkumulation" σε Ελληνικά.
Akkumulation
noun
Noun
feminine
γραμματική
-
συγκέντρωση
nounDiese Praktiken führen zwangsläufig zur Konzentration und Akkumulation entweder infektiöser oder toxischer Elemente.
Αυτές οι πρακτικές οδηγούν αναγκαστικά στη συγκέντρωση και συσσώρευση εξαιρετικά μολυσματικών ή εξαιρετικά τοξικών ουσιών.
-
συσσώρευση
Die Akkumulation von Humankapital erhöht auch stark die Beschäftigungschancen.
Η συσσώρευση ανθρωπίνου κεφαλαίου αυξάνει επίσης σημαντικά τις πιθανότητες για εξεύρεση απασχόλησης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " akkumulation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "akkumulation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συσσώρευση κεφαλαίου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη