Μετάφραση του "algerisch" σε Ελληνικά

Το αλγερινός είναι η μετάφραση του "algerisch" σε Ελληνικά.

algerisch adjective γραμματική

Algerien oder das algerische Volk betreffend bzw. dazu gehörend.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλγερινός

    adjective

    Staatsangehörigkeit: a) deutsch; b) algerisch.

    Ιθαγένεια: α) Γερμανός· β) Αλγερινός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " algerisch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "algerisch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη