Μετάφραση του "allein" σε Ελληνικά

Οι μόνος, μοναδικός, ένας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "allein" σε Ελληνικά.

allein adjective adverb γραμματική

nur (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μόνος

    adverb adjective masculine

    Ohne Begleiter.

    Ich fühle mich so allein, dass ich jemanden zum Sprechen haben möchte.

    Νοιώθω τόσο μόνος, που θα ήθελα να είχα κάποιον να μιλήσω.

  • μοναδικός

    adjective masculine

    Die Rechnungen hatten allein den Zweck, diese Kosten auf TGE als Gesellschafter umzulegen.

    Τα τιμολόγια εκδόθηκαν με μοναδικό σκοπό τη μετακύλιση των εξόδων αυτών στην TGE ως εταίρο.

  • ένας

    Cardinal number masculine

    Wir sind zu dritt und du bist allein.

    Υπάρχουν τρεις από μας και υπάρχει ένας από σας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μοναχός
    • μόνο
    • αβοήθητος
    • μονή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " allein " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "allein"

Φράσεις παρόμοιες με "allein" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "allein" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη