Μετάφραση του "altern" σε Ελληνικά

Το γερνώ είναι η μετάφραση του "altern" σε Ελληνικά.

altern verb γραμματική

Älter machen. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γερνώ

    verb

    Ich log über mein Alter und zog weiter, bevor ich Verdacht erregte.

    Να πρoσπoιoύμαι ότι γερνώ κι ύστερα να φεύγω πριν γεννήσω υπoψίες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " altern " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Altern noun Noun neuter γραμματική

Lebewesen und Materialien

+ Προσθήκη

"Altern" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Altern στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "altern" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "altern" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη