Μετάφραση του "ambitioniert" σε Ελληνικά

Το φιλόδοξος είναι η μετάφραση του "ambitioniert" σε Ελληνικά.

ambitioniert adjective γραμματική

sportlich (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φιλόδοξος

    adjective

    Ich weiß nie, Ballerina, ob du ambitioniert bist oder du dich einfach gern beklagst.

    Δεν καταλαβαίνω ποτέ, μπαλαρίνα, αν είναι φιλόδοξη ή απλά σου αρέσει να παραπονιέσαι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ambitioniert " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ambitioniert" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη