Μετάφραση του "anfeuchten" σε Ελληνικά

Οι βρέχω, υγραίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "anfeuchten" σε Ελληνικά.

anfeuchten

Feucht machen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βρέχω

    verb

    Wenn ich meine Hände anfeuchten kann, kann ich sie vielleicht rausziehen.

    Αν βρέξω τα χέρια μου, ίσως τα ξεγλιστρήσω απ'αυτό.

  • υγραίνω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anfeuchten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anfeuchten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη