Μετάφραση του "angeschlagen" σε Ελληνικά
Το κλονισμένος είναι η μετάφραση του "angeschlagen" σε Ελληνικά.
angeschlagen
adjective
verb
γραμματική
angezählt (umgangssprachlich) [..]
-
κλονισμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " angeschlagen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "angeschlagen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αφισοκολλώ · ραγίζω · σκάω · τοιχοκολλώ · τσακίζω · χτυπώ
-
χτύπησα το κεφάλι μου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη