Μετάφραση του "angeschlagen" σε Ελληνικά

Το κλονισμένος είναι η μετάφραση του "angeschlagen" σε Ελληνικά.

angeschlagen adjective verb γραμματική

angezählt (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλονισμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " angeschlagen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "angeschlagen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "angeschlagen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη