Μετάφραση του "anheben" σε Ελληνικά

Οι ανυψώνω, σηκώνω, ανασηκώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "anheben" σε Ελληνικά.

anheben verb γραμματική

(Preise) anheben [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανυψώνω

    verb
  • σηκώνω

    verb

    Fünf Symmetrien und natürlich die nullte Symmetrie, wenn ich es anhebe und auf sich selbst ablege.

    Πέντε συμμετρίες και μετά φυσικά η μηδενική συμμετρία όπου απλά το σηκώνω και το αφήνω εκεί που είναι.

  • ανασηκώνω

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αυξάνω
    • υψώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anheben " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Anheben Noun γραμματική

Anhebung (von)

+ Προσθήκη

"Anheben" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Anheben στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anheben" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη