Μετάφραση του "anpacken" σε Ελληνικά

Οι μεταχειρίζομαι, πιάνω, χειρίζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "anpacken" σε Ελληνικά.

anpacken

an etwas gehen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεταχειρίζομαι

  • πιάνω

    verb
  • χειρίζομαι

    Es ist weit besser, Probleme anzupacken und sich mit schwierigen Situationen auseinanderzusetzen.

    Είναι πολύ πιο καλά να αντιμετωπίζει και να χειρίζεται τα προβλήματα και τις δύσκολες περιστάσεις απευθείας!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anpacken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anpacken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη