Μετάφραση του "anstupsen" σε Ελληνικά
Οι δόνηση, σκουντάω, σκουντώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "anstupsen" σε Ελληνικά.
anstupsen
Etwas leicht mit einem spitzen Objekt berühren, z. B. mit einem Finger oder Stock.
-
δόνηση
noun -
σκουντάω
verb -
σκουντώ
verb -
ώθηση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " anstupsen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη