Μετάφραση του "anteilig" σε Ελληνικά
Το αναλογικός είναι η μετάφραση του "anteilig" σε Ελληνικά.
anteilig
adjective
γραμματική
perzentuell (österr.)
-
αναλογικός
adjectiveFälle, in denen nach Artikel 52 Absatz 4 auf die anteilige Berechnung verzichtet wird.
Περιπτώσεις στις οποίες ο αναλογικός υπολογισμός μπορεί να μην εφαρμοσθεί δυνάμει του άρθρου 52 παράγραφος 4
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " anteilig " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη