Μετάφραση του "arbeitskampf" σε Ελληνικά
Οι απεργία, εργασιακή σύγκρουση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arbeitskampf" σε Ελληνικά.
Arbeitskampf
Noun
γραμματική
-
απεργία
noun feminineIn allen Ländern bestehen für den Arbeitskampf und insbesondere das Streikrecht restriktive gesetzliche Bestimmungen.
Σε κάθε χώρα υπάρχουν περιοριστικές νομικές διατάξεις που επηρεάζουν τις εργατικές διαφορές, και κυρίως το δικαίωμα στην απεργία.
-
εργασιακή σύγκρουση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " arbeitskampf " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη