Μετάφραση του "arm" σε Ελληνικά

Οι φτωχός, καημένος, κακομοίρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arm" σε Ελληνικά.

arm adjective γραμματική

zu bedauern (sein) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φτωχός

    adjective

    Nichts oder wenig besitzend.

    Er war arm und konnte es nicht kaufen.

    Αυτός ήταν φτωχός και δεν μπορούσε να το αγοράσει.

  • καημένος

    adjective

    Der arme Ryu wusste nicht, wie ihm geschah.

    Ο καημένος ο Ρίου δεν ήξερε τι τον χτύπησε.

  • κακομοίρης

    adjective

    Der arme Bastard denkt, dass er immer noch irgendwo da draußen ist.

    Ο κακομοίρης έχει πειστεί πως βρίσκεται κάπου εκεί έξω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έρημος
    • δυστυχισμένος
    • δόλιος
    • καψερός
    • άθλιος
    • χωρικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " arm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Arm noun masculine γραμματική

Die obere Extremität, welche von der Schulter bis zum Handgelenk reicht und manchmal die Hand miteinschließt.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χέρι

    noun neuter

    το άνω άκρο του σώματος

    Sie starb in seinen Armen.

    Αυτή του πέθανε στα χέρια του.

  • βραχίονας

    noun masculine

    Für die Arme ist kein dynamisches Zertifizierungsverfahren vorgesehen.

    Για τους βραχίονες δεν προβλέπεται δυναμική μέθοδος πιστοποίησης.

  • μπράτσο

    noun neuter

    Sieh dir meinen Arm an!

    Κοιτάξτε το μπράτσο μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βραχιονας
    • μανίκι
    • κλάδος
    • βραχίωνας
    • κλαδί

Εικόνες με "arm"

Φράσεις παρόμοιες με "arm" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "arm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη