Μετάφραση του "asphyxie" σε Ελληνικά
Οι ασφυξία, ασφυξία, Ασφυξία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asphyxie" σε Ελληνικά.
asphyxie
-
ασφυξία
noun feminineEr leidet möglicherweise an einer Form von Asphyxie.
ή υποφέρει από ασφυξία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " asphyxie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Asphyxie
Atemstillstand infolge von Atemlähmung oder einer Atemwegsverlegung.
-
ασφυξία
noun feminineEr leidet möglicherweise an einer Form von Asphyxie.
ή υποφέρει από ασφυξία.
-
Ασφυξία
Asphyxie durch die eigenen Genitalien.
Ασφυξία απ'τα γεννητικά του όργανα.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη