Μετάφραση του "attribut" σε Ελληνικά

Οι ιδιότητα, χαρακτηριστικό, ιδιότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "attribut" σε Ελληνικά.

attribut
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιότητα

    noun feminine

    Attribut zur Bestimmung der durch das Höhenlagengitter-Coverage abgebildeten Höhenlageneigenschaft.

    Χαρακτηριστικό που καθορίζει την υψομετρική ιδιότητα που αναπαριστά η κάλυψη υψομετρικού καννάβου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " attribut " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Attribut noun neuter γραμματική

Spezifikum (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαρακτηριστικό

    noun neuter

    Das Attribut ist zu verwenden, wenn nur ein Bestimmungsland angemeldet wird.

    Το χαρακτηριστικό θα χρησιμοποιηθεί, αν δηλωθεί μόνο μια χώρα προορισμού.

  • ιδιότητα

    noun feminine

    Attribut zur Bestimmung der durch das Höhenlagengitter-Coverage abgebildeten Höhenlageneigenschaft.

    Χαρακτηριστικό που καθορίζει την υψομετρική ιδιότητα που αναπαριστά η κάλυψη υψομετρικού καννάβου.

  • προσδιορισμός

    noun

Φράσεις παρόμοιες με "attribut" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "attribut" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη