Μετάφραση του "attribut" σε Ελληνικά
Οι ιδιότητα, χαρακτηριστικό, ιδιότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "attribut" σε Ελληνικά.
-
ιδιότητα
noun feminineAttribut zur Bestimmung der durch das Höhenlagengitter-Coverage abgebildeten Höhenlageneigenschaft.
Χαρακτηριστικό που καθορίζει την υψομετρική ιδιότητα που αναπαριστά η κάλυψη υψομετρικού καννάβου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " attribut " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Spezifikum (fachsprachlich)
-
χαρακτηριστικό
noun neuterDas Attribut ist zu verwenden, wenn nur ein Bestimmungsland angemeldet wird.
Το χαρακτηριστικό θα χρησιμοποιηθεί, αν δηλωθεί μόνο μια χώρα προορισμού.
-
ιδιότητα
noun feminineAttribut zur Bestimmung der durch das Höhenlagengitter-Coverage abgebildeten Höhenlageneigenschaft.
Χαρακτηριστικό που καθορίζει την υψομετρική ιδιότητα που αναπαριστά η κάλυψη υψομετρικού καννάβου.
-
προσδιορισμός
noun
Φράσεις παρόμοιες με "attribut" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υποχρεωτικό χαρακτηριστικό
-
καθολικό χαρακτηριστικό
-
προσαρμοσμένο χαρακτηριστικό
-
χαρακτηριστικό TestClass
-
πιστοποιητικό χαρακτηριστικών προνομίου
-
χαρακτηριστικό TestMethod
-
Χαρακτηριστικό αποδοχής μερικώς αξιόπιστων καλούντων