Μετάφραση του "aufbrechen" σε Ελληνικά

Οι κόβω, ανοίγω, βιάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aufbrechen" σε Ελληνικά.

aufbrechen verb γραμματική

abdüsen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόβω

    verb

    Einen Einschnitt erzeugen (Zum Beispiel mit einem Messer).

  • ανοίγω

    verb

    So wird unsere Gesellschaft imstande sein, zu neuen Ufern aufzubrechen.

    Και αυτός θα είναι ο τρόπος να λειτουργήσει η κοινωνία μας σε νέες κατευθύνσεις, να ανοίξει νέους δρόμους.

  • βιάζω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξεκινώ
    • παραβιάζω
    • φεύγω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aufbrechen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Aufbrechen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παραβίαση

    noun

    Schriftliche Erklärung zu Entfernung oder Aufbrechen der Plombierung eines Fahrtenschreibers

    Γραπτή δήλωση σχετικά με την αφαίρεση ή την παραβίαση της σφραγίδας ταχογράφου

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aufbrechen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη