Μετάφραση του "aufbrechen" σε Ελληνικά
Οι κόβω, ανοίγω, βιάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aufbrechen" σε Ελληνικά.
aufbrechen
verb
γραμματική
abdüsen (umgangssprachlich) [..]
-
κόβω
verbEinen Einschnitt erzeugen (Zum Beispiel mit einem Messer).
-
ανοίγω
verbSo wird unsere Gesellschaft imstande sein, zu neuen Ufern aufzubrechen.
Και αυτός θα είναι ο τρόπος να λειτουργήσει η κοινωνία μας σε νέες κατευθύνσεις, να ανοίξει νέους δρόμους.
-
βιάζω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ξεκινώ
- παραβιάζω
- φεύγω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aufbrechen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Aufbrechen
Noun
γραμματική
-
παραβίαση
nounSchriftliche Erklärung zu Entfernung oder Aufbrechen der Plombierung eines Fahrtenschreibers
Γραπτή δήλωση σχετικά με την αφαίρεση ή την παραβίαση της σφραγίδας ταχογράφου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη