Μετάφραση του "auffahrt" σε Ελληνικά
Οι Ανάληψη, ανάβαση, είσοδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "auffahrt" σε Ελληνικά.
Auffahrt
noun
Noun
feminine
γραμματική
Auffahrt (schweiz.) [..]
-
Ανάληψη
noun -
ανάβαση
noun -
είσοδος
noun -
ράμπα
noun feminineAlles was wir tun müssen ist in die PI da reinzukommen... um uns eine Auffahrt zu graben.
Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να μπούμε εκεί με τη Β.Φ. και να σκάψουμε μια ράμπα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " auffahrt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "auffahrt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συμπεριφέρομαι
-
αναφέρω · ανεβάζω · παραθέτω
-
ανατριχιάζω · ξαφνιάζομαι · πετάγομαι · τρέμω · τρομάζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη