Μετάφραση του "auffassen" σε Ελληνικά

Οι αιχμαλωτίζω, αντιλαμβάνομαι, εκλαμβάνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "auffassen" σε Ελληνικά.

auffassen Verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιχμαλωτίζω

    verb
  • αντιλαμβάνομαι

    verb

    die davon ausgeht, dass wir Ideen als Objekte auffassen,

    σύμφωνα με την οποία αντιλαμβανόμαστε τις ιδέες ως αντικείμενα,

  • εκλαμβάνω

  • καταλαβαίνω

    verb

    Ich kann einfach nicht verstehen, wie man meine Arbeit negativ auffassen kann.

    Απλά δεν καταλαβαίνω πως η δουλειά μου ερμηνεύεται αρνητικά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " auffassen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "auffassen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη