Μετάφραση του "augenblicklich" σε Ελληνικά

Οι αμέσως, άμεσος, τωρινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "augenblicklich" σε Ελληνικά.

augenblicklich adjective adverb γραμματική

nunmehro (veraltet) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμέσως

    adverb

    im Augenblickl

    Wir müssen die Polizei anrufen, um dies augenblicklich zu stoppen.

    Πρέπει να τηλεφωνήσουμε στην αστυνομία, να το σταματήσουμε αμέσως.

  • άμεσος

    adjective masculine
  • τωρινός

    adjective

    Unser augenblicklicher Betreuer, Robert Marlowe, geht Ende des Monats in den Ruhestand.

    Ο τωρινός λογιστής, ο Ρόμπερτ Μάρλοου, παίρνει σύνταξη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξαφνικός
    • ακαριαίος
    • ξαφνικό
    • ξαφνική
    • τώρα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " augenblicklich " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "augenblicklich" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη