Μετάφραση του "ausbildung" σε Ελληνικά

Οι κατάρτιση, εκπαίδευση, μόρφωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ausbildung" σε Ελληνικά.

ausbildung
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάρτιση

    noun feminine

    Bildung und Ausbildung spielen in der wissensbasierten Wirtschaft eine zentrale Rolle.

    Σε ό,τι αφορά την οικονομία της γνώσης, η εκπαίδευση και η κατάρτιση κατέχουν κεντρική θέση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ausbildung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ausbildung noun Noun feminine γραμματική

(das) Werden

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκπαίδευση

    noun feminine

    μάθηση στην οποία οι γνώσεις και οι δεξιότητες μεταφέρονται μέσω της διδασκαλίας [..]

    Bildung und Ausbildung spielen in der wissensbasierten Wirtschaft eine zentrale Rolle.

    Σε ό,τι αφορά την οικονομία της γνώσης, η εκπαίδευση και η κατάρτιση κατέχουν κεντρική θέση.

  • μόρφωση

    noun feminine

    Ihr müsst euch eine so gute Ausbildung verschaffen, wie ihr nur könnt.

    Πρέπει να λάβετε όλη τη μόρφωση που μπορείτε.

  • παιδεία

    noun feminine

    Es sind hervorragende Musiker, sie haben sogar eine klassische Ausbildung.

    Οι μουσικοί είναι επιδέξιοι, μερικοί μάλιστα έχουν κλασική παιδεία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατάρτιση
    • διαπαιδαγώγηση
    • αγωγή

Φράσεις παρόμοιες με "ausbildung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ausbildung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη