Μετάφραση του "ausgegeben" σε Ελληνικά
Οι αξόδευτος, ξόδεψα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ausgegeben" σε Ελληνικά.
ausgegeben
verb
-
αξόδευτος
Adjective -
ξόδεψα
adjectiveIch hoffe, ich habe nicht zu viel ausgegeben.
Ελπίζω να μη σκεφτείτε ότι ξόδεψα πάρα πολλά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ausgegeben " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ausgegeben" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δημόσιες δαπάνες
-
δημόσιες δαπάνες
-
ξοδεύω χρήματα
-
παριστάνω
-
έκδοση · δίνω · δαπανώ · διαδίδω · εκδίδω · ξοδεύω · ξοδεύω λεφτά · χαλώ
-
έξοδα · κόστος
-
εκκαθάριση δαπανών
-
έσοδα και έξοδα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη