Μετάφραση του "auslegen" σε Ελληνικά
Οι δανείζω, διερμηνεύω, εκθέτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "auslegen" σε Ελληνικά.
auslegen
verb
γραμματική
Seil
-
δανείζω
verb -
διερμηνεύω
-
εκθέτω
verbIn jeder Sitzung wird eine Anwesenheitsliste zur Unterzeichnung durch die Mitglieder ausgelegt.
Σε κάθε συνεδρίαση εκτίθεται κατάλογος παρουσίας προς υπογραφήν από τους βουλευτές.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ερμηνεύω
- περνώ
- στρώνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " auslegen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη