Μετάφραση του "ausmachen" σε Ελληνικά
Οι σβήνω, ανέρχομαι σε, εξακριβώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ausmachen" σε Ελληνικά.
ausmachen
verb
γραμματική
auf die Schliche kommen (umgangssprachlich) [..]
-
σβήνω
verbDie Arbeit einer Maschine unterbrechen, indem man sie von ihrer Kraftquelle trennt.
Ich kann das Licht selbst ausmachen.
Σβήνω και μόνη το φως.
-
ανέρχομαι σε
PhraseDies würde potenziell einige Hundert Millionen Euro im Handelswert ausmachen.
Η εν δυνάμει εμπορική αξία της συμφωνίας ανέρχεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ.
-
εξακριβώνω
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κλείνω
- συμφωνώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ausmachen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ausmachen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συμφωνημένος · τέλειος
-
μπορούμε να κανονίσουμε κάτι για την επόμενη εβδομάδα
-
την επόμενη εβδομάδα
-
να κανονίσουμε κάτι απο εβδομάδας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη