Μετάφραση του "ausmachen" σε Ελληνικά

Οι σβήνω, ανέρχομαι σε, εξακριβώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ausmachen" σε Ελληνικά.

ausmachen verb γραμματική

auf die Schliche kommen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σβήνω

    verb

    Die Arbeit einer Maschine unterbrechen, indem man sie von ihrer Kraftquelle trennt.

    Ich kann das Licht selbst ausmachen.

    Σβήνω και μόνη το φως.

  • ανέρχομαι σε

    Phrase

    Dies würde potenziell einige Hundert Millionen Euro im Handelswert ausmachen.

    Η εν δυνάμει εμπορική αξία της συμφωνίας ανέρχεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ.

  • εξακριβώνω

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κλείνω
    • συμφωνώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ausmachen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ausmachen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ausmachen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη