Μετάφραση του "ausrechnen" σε Ελληνικά

Οι υπολογίζω, λογαριάζω, μετρώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ausrechnen" σε Ελληνικά.

ausrechnen verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπολογίζω

    verb

    Auf der anderen Seite müsste man dann die Aufwendungen für die Waldschutzkampagnen aller Umweltorganisationen ausrechnen.

    Έπειτα, από την άλλη πλευρά, κάποιος θα πρέπει να υπολογίσει τα χρήματα για τις εκστρατείες υπέρ των δασών όλων των περιβαλλοντικών οργανώσεων.

  • λογαριάζω

    verb
  • μετρώ

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ausrechnen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ausrechnen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ausrechnen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη