Μετάφραση του "ausrechnen" σε Ελληνικά
Οι υπολογίζω, λογαριάζω, μετρώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ausrechnen" σε Ελληνικά.
ausrechnen
verb
γραμματική
-
υπολογίζω
verbAuf der anderen Seite müsste man dann die Aufwendungen für die Waldschutzkampagnen aller Umweltorganisationen ausrechnen.
Έπειτα, από την άλλη πλευρά, κάποιος θα πρέπει να υπολογίσει τα χρήματα για τις εκστρατείες υπέρ των δασών όλων των περιβαλλοντικών οργανώσεων.
-
λογαριάζω
verb -
μετρώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ausrechnen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ausrechnen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ειδικά
-
ειδικά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη