Μετάφραση του "ausrichten" σε Ελληνικά

Οι πραγματοποιώ, ευθυγραμμίζω, στοιχίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ausrichten" σε Ελληνικά.

ausrichten verb γραμματική

sorgen (für) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πραγματοποιώ

    verb

    Die Maßnahmen in diesem Bereich sind daher auf die Gesamtheit der Benutzer ausgerichtet.

    Επομένως, οι ενέργειες που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο αυτό απευθύνονται σε όλους τους χρήστες.

  • ευθυγραμμίζω

    verb
  • στοιχίζω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαβιβάζω
    • διοργανώνω
    • μεταφέρω
    • παρατάσσω
    • προσανατολίζω
    • ώθηση
    • συγκράτηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ausrichten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ausrichten
+ Προσθήκη

"Ausrichten" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Ausrichten στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "ausrichten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ausrichten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη