Μετάφραση του "ausrufen" σε Ελληνικά

Οι jemanden ausrufen = jemanden benennen, ανακοινώνω, κηρύσσω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ausrufen" σε Ελληνικά.

ausrufen verb γραμματική

verlautbaren (lassen) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • jemanden ausrufen = jemanden benennen

  • ανακοινώνω

    Verb verb

    - (SL) Kroatien hat im Oktober 2003 eine Umweltschutz- und Fischereischutzzone in der Adria ausgerufen.

    (SL) Τον Οκτώβριο του 2003 η Κροατία ανακοίνωσε μια περιβαλλοντική ζώνη αλιείας στην Αδριατική. "

  • κηρύσσω

    verb

    Da im September der Belagerungszustand ausgerufen worden war, waren fast alle großen Veranstaltungen verboten.

    Αφού είχε κηρυχθεί κατάσταση πολιορκίας από τον Σεπτέμβριο, είχαν απαγορευθεί όλες οι μεγάλες συγκεντρώσεις.

  • φωνάζω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ausrufen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ausrufen

insbes. beim Sumô

+ Προσθήκη

"Ausrufen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Ausrufen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "ausrufen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ausrufen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη