Μετάφραση του "ausstatten" σε Ελληνικά
Οι εξοπλίζω, επιπλώνω, εφοδιάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ausstatten" σε Ελληνικά.
ausstatten
verb
γραμματική
-
εξοπλίζω
verb -
επιπλώνω
-
εφοδιάζω
Verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- προικίζω
- στολίζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ausstatten " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη