Μετάφραση του "backen" σε Ελληνικά

Οι ψήνω, ψήσει, φουρνίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "backen" σε Ελληνικά.

backen Verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψήνω

    verb

    Meine Schwester hat mir das backen und zuhören beigebracht.

    Οι αδερφές μου με έμαθαν να ψήνω, και να είμαι καλός ακροατής.

  • ψήσει

    Mit einem Kuchen, den ich gebacken hatte, um mich zu entschuldigen.

    Γύρισα με μια πίτα που είχα ψήσει να της ζητήσω συγγνώμη.

  • φουρνίζω

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φώγειν
    • ψένω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " backen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Backen Noun noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψήσιμο

    neuter

    Mehl zum Backen zu erhalten ist zweifellos nicht mehr so mühselig, wie es einmal war.

    Αναμφίβολα, το να εξασφαλίσει κάποιος αλεύρι για ψήσιμο δεν είναι πια τόσο κοπιαστικό όσο άλλοτε.

Εικόνες με "backen"

Φράσεις παρόμοιες με "backen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ψημένος
  • γλουτοί · γλουτός · κωλομέρι · κώλος · μάγουλο · οπίσθια · παρειά · πισινός · σιαγόνα
  • Χανς Μπάκε
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "backen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη