Μετάφραση του "baden" σε Ελληνικά
Οι κάνω μπάνιο, λούζω, μπάνιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "baden" σε Ελληνικά.
rinnen (Jägersprache) (fachsprachlich) [..]
-
κάνω μπάνιο
Ich bade gerne im Meer.
Μου αρέσει να κάνω μπάνιο στη θάλασσα.
-
λούζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " baden " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Baden (Südbaden) [..]
-
μπάνιο
noun neuterIch badete gerade, als das Telefon klingelte.
Έκανα μπάνιο όταν χτύπησε το τηλέφωνο.
-
λουτρό
noun neuterEine weitere Besonderheit der onsen ist das Baden getrennt nach Geschlecht.
Ένα άλλο μοναδικό χαρακτηριστικό των όνσεν είναι ότι πρόκειται για κοινόχρηστα λουτρά ξεχωριστά για κάθε φύλο.
-
λούσιμο
neuterDie Bestimmungen über häufiges Baden und wiederholtes Waschen der Kleider, die das Gesetz dieser Nation enthielt, wirkten sich ebenfalls günstig aus.
(Δευ 23:12-14) Οι απαιτήσεις για συχνό λούσιμο και για το πλύσιμο των ρούχων αποτελούσαν επίσης ωφέλιμες διατάξεις του νομικού κώδικα εκείνου του έθνους.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μπανιάρισμα
- Μπάντεν
Φράσεις παρόμοιες με "baden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λουσμένος στον ιδρώτα
-
κάνω μπάνιο
-
μαγιό και ρούχα παραλίας
-
Βάδη-Βυρτεμβέργη
-
κολύμβηση