Μετάφραση του "beabsichtigen" σε Ελληνικά

Οι προτίθεμαι, σκοπεύω, αποσκοπώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beabsichtigen" σε Ελληνικά.

beabsichtigen verb γραμματική

hinarbeiten (auf) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προτίθεμαι

    verb

    Aus diesem Grund beabsichtigt die Kommission nicht, zusätzliche Geldbußen zu verhängen.

    Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή δεν προτίθεται να υποβάλει συμπληρωματικό πρόστιμο.

  • σκοπεύω

    verb

    Ich würde liebend gerne mehr hören, wie Sie beabsichtigen, Neutrinos hinzuzufügen.

    Ξέρετε, θα μου άρεσε πολύ να ακούσω πως σκοπεύετε να προσθέστε νετρίνα.

  • αποσκοπώ

    Hieraus erhellt, dass die Vorschrift zwei unterschiedliche Sachverhalte zu regeln beabsichtigt.

    Από τη διάκριση αυτή προκύπτει ότι η διάταξη αποσκοπεί στη ρύθμιση δύο διαφορετικών πραγματικών περιπτώσεων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μελετώ
    • σημαίνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beabsichtigen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Beabsichtigen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Beabsichtigen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Beabsichtigen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "beabsichtigen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beabsichtigen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη