Μετάφραση του "bedingt" σε Ελληνικά
Οι υποθετικός, εν μέρει, υπό αίρεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bedingt" σε Ελληνικά.
bedingt
adjective
verb
γραμματική
verbunden (mit) [..]
-
υποθετικός
adjective -
εν μέρει
Die Kommission hält diese Anforderung daher für nur bedingt erfüllt.
Η Επιτροπή θεωρεί συνεπώς ότι αυτό το κριτήριο πληρούται μόνο εν μέρει.
-
υπό αίρεση
Im Fall von bedingten Zulassungen wird die Zulassung erteilt, bevor alle Daten vorliegen.
Στην περίπτωση της άδειας κυκλοφορίας υπό αίρεση, χορηγείται άδεια πριν να είναι διαθέσιμα όλα τα στοιχεία.
-
υπό όρους
Eine solche bedingte Zulassung sollte jedoch zeitlich befristet sein.
Ωστόσο, είναι επίσης σκόπιμο να καθοριστεί ανώτατη διάρκεια για την υπό όρους αυτή έγκριση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bedingt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bedingt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προαιρετικό ενωτικό
-
τεχνική ανεργία
-
παράσταση υπό συνθήκη
-
στοιχειώδης προεπεξεργασία υπό συνθήκη
-
μορφοποίηση υπό όρους
-
υφ' όρον απόλυση
-
τεχνολογική ανεργία
-
φιλτράρισμα υπό όρους
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη