Μετάφραση του "beflecken" σε Ελληνικά
Οι κηλιδώνω, λεκιάζω, μιαίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beflecken" σε Ελληνικά.
beflecken
Noun
γραμματική
zur Schnecke machen (umgangssprachlich)
-
κηλιδώνω
Verb verb -
λεκιάζω
verb -
μιαίνω
Für solche Menschen gilt: „Sowohl ihr Sinn als auch ihr Gewissen ist befleckt“ (Tit.
Ενεργώντας έτσι, «και ο νους αυτών και η συνείδησις είναι μεμιασμένα.»—1 Τιμ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " beflecken " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη