Μετάφραση του "befriedigen" σε Ελληνικά

Οι ικανοποιώ, ικανοποπιώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "befriedigen" σε Ελληνικά.

befriedigen verb γραμματική

Die Intensität einer Situation oder eines Zustandes verringern. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ικανοποιώ

    verb

    Er befriedigt sein Verlangen nicht mehr mit mir.

    Δεν ικανοποιεί τον πόθο του πάνω μου πλέον.

  • ικανοποπιώ

    ΕΓΩ κάποιον ΑΛΛΟΝ. (Zufrieden: ΕΓΩ ικανοποιώ ΕΜΕΝΑ)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " befriedigen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Befriedigen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Befriedigen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Befriedigen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "befriedigen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "befriedigen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη