Μετάφραση του "beharrlichkeit" σε Ελληνικά

Το επιμονή είναι η μετάφραση του "beharrlichkeit" σε Ελληνικά.

Beharrlichkeit noun feminine γραμματική

Dickköpfigkeit (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιμονή

    noun

    Keiner von uns wäre ohne Beharrlichkeit da, wo er heute ist.

    Κανένας από μας δεν έχει πάρει όπου είμαστε χωρίς επιμονή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beharrlichkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beharrlichkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη