Μετάφραση του "beipflichten" σε Ελληνικά
Οι δέχομαι, υποστηρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beipflichten" σε Ελληνικά.
beipflichten
Verb
γραμματική
konformgehen (mit) [..]
-
δέχομαι
verb -
υποστηρίζω
verbDem Beschuldigten ist beizupflichten, daß nicht das Vorhandensein jeglicher pharmakologischer Stoffe bedingungslos untersagt ist.
Ορθώς υποστηρίζει ο κατηγορούμενος ότι δεν ισχύει απόλυτη απαγόρευση για όλες τις φαρμακευτικές ουσίες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " beipflichten " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη