Μετάφραση του "bejahen" σε Ελληνικά
Οι επιβεβαιώνω, βεβαιώ, επιδοκιμάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bejahen" σε Ελληνικά.
bejahen
verb
γραμματική
grünes Licht geben (umgangssprachlich) [..]
-
επιβεβαιώνω
verbSie haben die Existenz Israels auf mittlere Sicht nicht bejaht.
Δεν επιβεβαίωσαν το μακροπρόθεσμο δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ.
-
βεβαιώ
-
επιδοκιμάζω
Verb verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bejahen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Bejahen
Noun
γραμματική
-
ναι
noun adverb
Φράσεις παρόμοιες με "bejahen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βεβαιωτικός · καταφατικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη