Μετάφραση του "bekannt" σε Ελληνικά

Οι γνωστός, γνώριμος, φημισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bekannt" σε Ελληνικά.

bekannt adjective verb γραμματική

von Rang und Namen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γνωστός

    noun masculine

    Sie ist als Sängerin sehr bekannt.

    Σαν τραγουδίστρια είναι πολύ γνωστή.

  • γνώριμος

    adjective masculine

    Ich bin hier, weil ich weiß, warum Sie mir so bekannt verkamen.

    Είμαι εδώ, γιατί συνειδητοποίησα γιατί μου είσαι τόσο γνώριμος.

  • φημισμένος

    adjective

    Würden die als selbstzufrieden bekannten Einwohner von Kioto dem Winterwetter wohl trotzen und erscheinen?

    Ο φημισμένος ως αυτάρκης λαός του Κυότο θα αψηφούσε τον χειμερινό καιρό και θα έβγαινε έξω;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διάσημος
    • ονομαστός
    • οικείος
    • φιλικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bekannt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bekannt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bekannt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη