Μετάφραση του "bekunden" σε Ελληνικά

Οι διατρανώνω, εκδηλώνω, μαρτυρώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bekunden" σε Ελληνικά.

bekunden verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διατρανώνω

  • εκδηλώνω

    verb

    Wie kann ich im Umgang mit anderen Jehovas Eigenschaften bekunden?“

    Πώς μπορώ εγώ να εκδηλώνω τις ιδιότητες του Ιεχωβά στις σχέσεις μου με τους άλλους;’

  • μαρτυρώ

    verb

    Andere bekunden, dass die Kultur auf lokaler Ebene, insbesondere in den Städten, in wirtschaftlicher und sozialer Hinsicht Wirkung zeige.

    Άλλοι μαρτυρούν την οικονομική και κοινωνική αποτελεσματικότητα του πολιτισμού σε τοπικό επίπεδο, ιδίως σε πόλεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bekunden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bekunden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη