Μετάφραση του "belesen" σε Ελληνικά
Οι διαβασμένος, λόγιος, πολυμαθής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "belesen" σε Ελληνικά.
belesen
adjective
γραμματική
gelahrt (veraltet) [..]
-
διαβασμένος
Er war ein gut belesener Steinmetz.
Ήταν ένας καλά διαβασμένος λιθοξόος.
-
λόγιος
adjective masculine -
πολυμαθής
adjective m;f -
πολύξερος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " belesen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη