Μετάφραση του "belustigen" σε Ελληνικά
Οι διασκεδάζω, τέρπω, ψυχαγωγώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "belustigen" σε Ελληνικά.
belustigen
Verb
γραμματική
bespaßen (umgangssprachlich) [..]
-
διασκεδάζω
verbHautwechsler einzusperren und sie zu foltern, schien ihn zu belustigen.
Tους έκλειvε σε κλουβιά και τους βασάvιζε, για vα διασκεδάζει.
-
τέρπω
Verb -
ψυχαγωγώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " belustigen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "belustigen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διασκεδάζω
-
αστείος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη