Μετάφραση του "bemannt" σε Ελληνικά

Το επανδρωμένος είναι η μετάφραση του "bemannt" σε Ελληνικά.

bemannt adjective γραμματική

Einen Ehemann habend.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επανδρωμένος

    masculine

    Nach Maßgabe des Sicherheits- und Gesundheitsschutzdokuments sind auf jeder bemannten Arbeitsstätte folgende Einrichtungen vorzusehen:

    Εφόσον το έγγραφο ασφάλειας και υγείας το απαιτεί, κάθε επανδρωμένος χώρος εργασίας πρέπει να διαθέτει:

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bemannt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bemannt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bemannt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη