Μετάφραση του "bemitleiden" σε Ελληνικά

Οι λυπάμαι, οικτίρω, σπλαχνίζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bemitleiden" σε Ελληνικά.

bemitleiden Verb γραμματική

Bedauern und Kummer für jemanden empfinden aufgrund dessen Leiden oder Unglück.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λυπάμαι

    verb

    Entweder ich bemitleide mich selbst oder übernehme Eigenverantwortung.

    Ή θα έπρεπε να, λυπάμαι τον εαυτό μου, ή να πάρω τον έλεγχο της ζωής μου.

  • οικτίρω

    verb
  • σπλαχνίζομαι

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συμπονώ
    • λυπούμαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bemitleiden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bemitleiden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη