Μετάφραση του "bemitleiden" σε Ελληνικά
Οι λυπάμαι, οικτίρω, σπλαχνίζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bemitleiden" σε Ελληνικά.
bemitleiden
Verb
γραμματική
Bedauern und Kummer für jemanden empfinden aufgrund dessen Leiden oder Unglück.
-
λυπάμαι
verbEntweder ich bemitleide mich selbst oder übernehme Eigenverantwortung.
Ή θα έπρεπε να, λυπάμαι τον εαυτό μου, ή να πάρω τον έλεγχο της ζωής μου.
-
οικτίρω
verb -
σπλαχνίζομαι
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συμπονώ
- λυπούμαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bemitleiden " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη