Μετάφραση του "bengel" σε Ελληνικά
Οι διαβολάκι, παλιόπαιδο, αγοράκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bengel" σε Ελληνικά.
Bengel
noun
Noun
masculine
γραμματική
Rotznase (umgangssprachlich) [..]
-
διαβολάκι
noun neuter -
παλιόπαιδο
noun neuterSie hat einen Jungen, einen widerlichen Bengel, der immerzu im Treppenhaus spielt.
Έχει ένα αγόρι, ένα τρομερό, θορυβώδες παλιόπαιδο που συνέχει παίζει κρίκετ και ο Θεός ξέρει τι άλλο στον διάδρομο.
-
αγοράκι
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πιτσιρίκι
- ρόπαλο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bengel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη