Μετάφραση του "bereiten" σε Ελληνικά

Οι προετοιμάζω, ετοιμάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bereiten" σε Ελληνικά.

bereiten verb γραμματική

mit sich bringen (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προετοιμάζω

    verb

    Kluge Eltern bereiten ihre Kinder vor, auch ohne sie zurechtzukommen.

    Οι συνετοί γονείς προετοιμάζουν τα παιδιά τους να τα καταφέρνουν χωρίς αυτούς.

  • ετοιμάζω

    verb

    Wie lade ich die Daten hoch und bereite sie zum verschicken vor?

    Πώς ανεβάζω τα αρχεία και τα ετοιμάζω για αποστολή;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bereiten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bereiten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bereiten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη