Μετάφραση του "beruflich" σε Ελληνικά

Το επαγγελματικός είναι η μετάφραση του "beruflich" σε Ελληνικά.

beruflich adjective γραμματική

Betrefflich, bezüglich oder verursacht durch einen Beruf.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επαγγελματικός

    adjective

    Zahlreiche Männer und Frauen sind zudem von sozialer und beruflicher Ausgrenzung betroffen.

    Επιπλέον, ο κοινωνικός και επαγγελματικός αποκλεισμός αφορά πολλούς άνδρες και πολλές γυναίκες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beruflich " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "beruflich" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beruflich" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη