Μετάφραση του "beruflich" σε Ελληνικά
Το επαγγελματικός είναι η μετάφραση του "beruflich" σε Ελληνικά.
beruflich
adjective
γραμματική
Betrefflich, bezüglich oder verursacht durch einen Beruf.
-
επαγγελματικός
adjectiveZahlreiche Männer und Frauen sind zudem von sozialer und beruflicher Ausgrenzung betroffen.
Επιπλέον, ο κοινωνικός και επαγγελματικός αποκλεισμός αφορά πολλούς άνδρες και πολλές γυναίκες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " beruflich " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "beruflich" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επαγγελματικά προσόντα · επαγγελματική ικανότητα · επαγγελματική καταλληλότητα
-
Επαγγελματικές πληροφορίες
-
επαγγελματική εξειδίκευση
-
επαγγελματική κατάσταση
-
επαγγελματική επανένταξη
-
με τι ασχολείστε;
-
επαγγελματική κινητικότητα
-
επαγγελματική μετακίνηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη