Μετάφραση του "besessen" σε Ελληνικά
Οι δαιμονισμένος, μανιακός, Εμμονή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "besessen" σε Ελληνικά.
besessen
adjective
verb
γραμματική
besessen (von) [..]
-
δαιμονισμένος
Du klingst, als wärst du besessen oder so was.
Το κάνεις να ακούγεται λες και είσαι δαιμονισμένος.
-
μανιακός
nounDenn der Attentäter... der geistesgestörte, besessene, tragisch paranoide, einzelne Schütze wird versuchen, dich umzubringen.
Επειδή ο δολοφόνος ο τρελός, μανιακός παρανοικός, μοναχικός οπλοφόρος προσπαθεί να σκοτώσει εσένα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " besessen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Besessen
Besessen (Film)
-
Εμμονή
Besessen VON etwas sein
Φράσεις παρόμοιες με "besessen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κυριότητα · θητεία · ιδιοκτησία · κατοχή · κτήμα · κτήση · κυριότητα · νομή · περιουσία
-
έχω · διαθέτω · κατέχω
-
κυριότητα στο διάστημα
-
κτητικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη