Μετάφραση του "bewandert" σε Ελληνικά
Οι γνώστης, ενήμερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bewandert" σε Ελληνικά.
bewandert
Adjective
γραμματική
-
γνώστης
noun -
ενήμερος
ich bin in Geschichte bewandert
Ich war sehr bewandert bei den Handy-Betreibern, aber ich habe diese Fähigkeit mit der Bibliothek verloren.
Ήμουν ενήμερος σχετικά με τους παροχείς κινητών αλλά έχασα την ικανότητα μαζί με την βιβλιοθήκη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bewandert " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bewandert" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
είμαι γνώστης της ιστορίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη