Μετάφραση του "beziehen" σε Ελληνικά

Οι δέχομαι, εξασφαλίζω, ντύνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beziehen" σε Ελληνικά.

beziehen verb γραμματική

(sich) beziehen [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δέχομαι

    verb

    Es sollte frisch abgesetztes Abwasser verwendet werden, das täglich von einem vorwiegend Haushaltsabwässer reinigenden Klärwerk bezogen wird.

    Χρησιμοποιούνται πρόσφατα καθιζημένα λύματα που συλλέγονται καθημερινά από εγκαταστάσεις επεξεργασίας οι οποίες δέχονται κατά κύριο λόγο οικιακά λύματα.

  • εξασφαλίζω

    verb

    Der Hersteller gewährleistet, dass das Holz vollständig aus legalen Quellen bezogen wurde.

    Ο παραγωγός οφείλει να εξασφαλίζει ότι όλη η ξυλεία προέρχεται από νόμιμες πηγές.

  • ντύνω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παραπέμπω
    • συσχετίζω
    • ταπετσάρω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beziehen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "beziehen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beziehen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη